Αρχική

Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ γιά τήν οἰκογένεια

Σχολιάστε

kosmas o aitwlosoikog2Για το ανδρόγυνο: «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε»(Γαλάτ. 6, 2)
Άλλο καλύτερον δεν είναι εις την γυναίκα ωσάν όπου να έχει υπομονή και ταπείνωση. Και, αν τύχει και έχει κακόν άνδρα, να υπομένει και να ευχαριστεί τον Θεό περισσότερο από τις άλλες, διότι έχει μισθό πολύν εις την ψυχή της και πάντα με γλυκά λόγια να τον παρηγορεί και να στοχάζεται πως και αυτός αγανακτεί και κινδυνεύει την ζωή ημέρα και νύκτα, διά να την φυλάξει. Και αν έχει και ο άνδρας κανένα ελάττωμα, να τον υποφέρει και να μην τον πικραίνει, άνθρωπος είναι και αυτός, δεν είναι άγγελος. Και να ενθυμάται πάντα τις καλοσύνες του και να συλλογίζεται και τις δικές της κακοσύνες. Ομοίως και εσύ ο άνδρας, όταν σου τύχει κακή γυναίκα, πρέπει να υπομένεις και να ευχαριστείς τον Θεό, διότι έχεις μισθό μεγάλο εις την ψύχη σου και, αν σου πταίσει καμμίαν φορά, μη την συνερίζεσαι και στοχάσου και τις καλοσύνες της. Ακόμη συλλογίσου και τα δικά σου τα ελαττώματα.
Πάλιν εσύ, γυναίκα, έχεις περισσότερο χρέος από τον άνδρα να ανατρέφεις τα παιδιά σου και να τα νουθετείς εις τα καλά έργα.

Γονείς και παιδιά
Ένα δένδρο, αν το κόψεις, ευθύς ξεραίνονται τα κλαριά, ενώ αν ποτίζεις την ρίζα, στέκονται δροσερά τα κλωνάρια. Ομοίως είστε και οι γονείς σαν το δένδρο και όταν ποτίζεται ο πατέρας και η μητέρα, που είστε η ρίζα των παιδιών, με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ο Θεός τα παιδιά σας. Όταν ξεραίνεστε οι γονείς με τις αμαρτίες, θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας και σας βάνει εις την κόλαση μαζί τους.
Είναι μια μηλιά και κάνει ξινά μήλα. Εμείς τώρα τί πρέπει να κατηγορήσουμε, τη μηλιά ή τα μήλα; Τη μηλιά. Λοιπόν κάνετε καλά εσείς οι γονείς, που είστε η μηλιά, να γίνονται και τα μήλα γλυκά.
Δεν είναι κατάρα η ακούσια ατεκνία, ούτε λόγος διαζυγίου.
Ακόμη να προσέχετε οι άνδρες να μη κοιτάζετε τες γυναίκες σας με άγριο μάτι διά πολλές αιτίες, μάλιστα πως δεν κάνουν παιδιά και λέγετε τάχα πως έχετε κατάρα. Ακούσατε να σας ειπώ: τον παλαιόν καιρόν ο Διάβολος έβαλε σκοπό να χαλάσει τον κόσμο και έβανε μίσος εις τα ανδρόγυνα, για να μη κάνουν παιδιά να αυξηθεί ο κόσμος, και έτσι οι άνθρωποι δεν έκαναν παιδιά, αλλ’ ούτε φρόντιζαν διά να υπανδρεύονται και κινδύνευε να χαθεί ο κόσμος.
Τότε ο Θεός, θέλοντας να λείψει αυτό το διαβολικό κακό, πρόσταξε ότι όποιος δεν κάνει παιδιά, είναι κατηραμένος. Διά τούτο και μόνον τον είπε ο Θεός αυτόν τον λόγο, διά να χαλάσει τον σκοπό του κατηραμένου Διαβόλου. Λοιπόν τώρα δεν έχετε κατάρα όσοι δεν κάνετε παιδιά και μη λυπάσθε, αλλά χαίρεσθε, όπου γίνεται το θέλημα του Θεού και όχι το δικό σας και μάλιστα εκείνοι που έχουν παιδιά είναι σκλάβοι και κατά τη ψυχή και κατά το σώμα. Και να φυλάγεσθε να μη κάμετε σαν κάποιοι ανόητοι και τρελλοί, που επειδή δεν γέννησαν παιδιά οι γυναίκες τους, τις χώρισαν και πήραν άλλες. Ο Διάβολος θέλει να χωρίζονται τα ανδρόγυνα και όχι ο Θεός. Έτσι λέγει και ο Νόμος: Κανένα άλλο αίτιον δεν τους χωρίζει εκτός αν ξεπέσουν εις πορνεία. Και όποιος διά άλλο αίτιον χωρίζει την γυναίκα του και πάρει άλλην θα κριθεί ως μοιχός, χειρότερος από τον πόρνο, και πρόκειται να πάει εις την Κόλαση.
Οικογενειακό Εικονοστάσι και αγωγή παιδιών
Να κάνεις μίαν εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, να έχεις και τον Άγιο του παιδιού σου και όταν το παιδί σου σηκώνεται από τον ύπνο να σου γυρεύει ψωμί, μην του δίνεις, μόνο να πάρεις το ψωμί, να το βάλεις εμπρός εις την εικόνα του Χριστού και να του πεις: Εγώ, παιδί μου, δεν έχω ψωμί, ο Χριστός έχει. Σήκω να κάνεις τον Σταυρό σου να παρακαλέσουμε τον Άγιόν σου να παρακαλέσει τον Χριστόν να σου το δώσει. Και έτσι το παιδί παρακινείται διά την αγάπη του ψωμιού και ευθύς όπου ξυπνά, τον Άγιόν του βλέπει. Βλέποντας τότε ο Διάβολος το παιδί πως έχει την ελπίδα του εις τον Χριστό και εις τον Άγιόν του, κατακαίεται και φεύγει. Κι έτσι να συνηθίζετε τα παιδιά σας, να τα παιδεύετε από μικρά, διά να συνηθίζουν εις τον καλόν δρόμο.
Πηγή: Ημερολόγιον 2015, Έκδοσις Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου και Κοσμά του Αιτωλού, Ιερά Μητρόπολις Νέας Ιωνίας – Φιλαδελφείας.

Η ομολογία της αμαρτίας μας καθαρίζει απ΄ αυτήν

Σχολιάστε

«Αυτή προ πάντων είναι η οδός της απωλείας, όταν η ίδια η αμαρτάνουσα ψυχή διώξει το φόβο και επινοεί ορισμένες δικαιολογίες που προέρχονται από αδιαφορία, ή όταν διαπράττοντας κάποιος μοιχεία θέλοντας άλλος να τον απαλλάξει από την συντριβή της καρδίας του, του λέγει· μα μήπως συ είσαι αίτιος;
Η επιθυμία είναι αιτία. Είναι κακό βέβαια το αν αμαρτάνει κάποιος, φοβερότερο όμως είναι αυτό, το να αρνείται αυτός να μετανοήσει μετά την διάπραξη της αμαρτίας. Αυτό προ πάντων είναι το όπλο του διαβόλου.
Αυτό συνέβηκε και στην περίπτωση των πρωτοπλάστων. Διότι ενώ έπρεπε ο Αδάμ να ομολογήσει τα πλημμελήματά του, εκείνος όμως μεταφέρει την αιτία στην Εύα και η Εύα πάλι στο διάβολο. Ενώ έπρεπε να πουν «αμαρτήσαμε, παρανομήσαμε», εκείνοι όμως όχι μόνο δεν ομολογούν, αλλά και μηχανεύονται δικαιολογία.
Διότι ο διάβολος γνωρίζοντας ότι η ομολογία της αμαρτίας αποτελεί απαλλαγή από την αμαρτία, πείθει την ψυχή να γίνει αδιάντροπη. Αλλά εσύ, αγαπητέ, όταν αμαρτήσεις, πες ότι αμάρτησα, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να δικαιώνει περισσότερο από αυτήν την απολογία.
Έτσι κάμνεις το Θεό ευσπλαχνικό, έτσι κάμνεις και τον εαυτό σου πιο απρόθυμο στο να υποπέσει στα ίδια αμαρτήματα. Όταν όμως φροντίζεις να βρεις δικαιολογίες ανύπαρκτες και να απαλλάξεις την ψυχή σου από το φόβο, θα την κάνεις προθυμότερη προς το να υποπέσει πάλι στα ίδια αμαρτήματα και θα παροργίσεις περισσότερο το θεό. Διότι από κανέναν αμαρτωλό δεν λείπει η αδιάντροπη δικαιολογία.
Καθόσον ο ανθρωποκτόνος έχει να κατηγορήσει το θύμα, ο κλέφτης τη φτώχεια, ο μοιχός την επιθυμία, και άλλος την εξουσία, αλλά όλα αυτά είναι δικαιολογίες παράλογες, που δεν έχουν καμία λογική δικαιολογία.
Διότι δεν κάμνουν εκείνα τις αμαρτίες, αλλά οι γνώμες εκείνων που αμαρτάνουν. Πρόσεχε τον Δαβίδ που δεν δικαιολογείται όταν αμάρτησε αλλά λέγει «Αμάρτησα απέναντι στον Κύριο».
Αν και βέβαια μπορούσε να πει «Γιατί γυμνώνονταν η γυναίκα; Γιατί λουζόταν μπροστά στα μάτια μου;». Αλλά γνώριζε ότι όλα αυτά ήταν παράλογη δικαιολογία, και για αυτό προχώρησε στην ολοκάθαρη απολογία με το να πει «αμάρτησα»….».
(Πνευματικά Μαργαριτάρια, σελ 56-57, Ιωάννης ο Χρυσόστομος).​

Γιατί με βάπτισαν χωρίς να με ρωτήσουν;

Σχολιάστε

 

Γιατί δεν αποφασίζουμε μόνοι μας, αν θέλουμε να βαπτιστούμε και να γίνουμε Χριστιανοί;
Γιατί μας βαπτίζουν νήπια καταστρατηγώντας την ελευθερία μας;
Ερωτήματα που ακούγονται συχνά και μας προκαλούν, με τη σειρά μας, να ρωτήσουμε:

Όταν το νήπιο είναι άρρωστο και χρειάζεται γιατρό, μήπως πρέπει πρώτα να το ρωτήσουμε για να τον φωνάξουμε;
Μήπως το φάρμακο που του δίνουμε του στερεί την ελευθερία να επιλέξει αν θα γιατρευτεί;
Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεσή του, όταν το εμβολιάσουμε;
Καταστρατηγούμε την ελευθερία του, όταν του δίνουμε φαγητό ή το ντύνουμε;
Το ρωτάμε ποια γλώσσα επιθυμεί να μιλάει;
Το ρωτάμε αν θέλει να πάει στο σχολείο;
Τη σωματική και νοητική υγεία και ανάπτυξη του παιδιού τη φροντίζουμε, χωρίς να το ρωτήσουμε. Την πνευματική υγεία και ανάπτυξή του δεν πρέπει να τη φροντίσουμε; Με βάσει ποιο αυθαίρετο θεώρημα, κρίνουμε ότι είναι μικρότερης σημασίας η πνευματική του υγεία;

Σε όλους τους τομείς της ζωής οι γονείς προσφέρουν στα παιδιά τους ό,τι καλύτερο μπορούν από κάθε άποψη. Έτσι είναι φυσικό, για τους γονείς, που είναι πιστοί οι ίδιοι, να νιώθουν την ανάγκη το παιδί τους να γίνει σύντομα μέλος του σώματος του Χριστού. Να γεμίσει από Άγιο Πνεύμα, έστω και αν η ώρα της Βάπτισης δεν είναι συνειδητή γι’ αυτό. Με το βάπτισμα το παιδί «εγκεντρίζεται» (μπολιάζεται) κατά κάποιον τρόπο, ενσωματώνεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής και στα υπόλοιπα μυστήρια. Όλα αυτά μπορούν να τα πιστοποιήσουν άνθρωποι που βαπτίστηκαν σε μεγαλύτερη ηλικία και έζησαν το συγκλονισμό των θείων ενεργειών στην ψυχή τους.

Αν, τώρα, μας πείτε ότι δεν πιστεύετε στην ύπαρξη αυτών των ενεργειών, τότε γίνεστε αντιφατικός, επειδή αρνείστε στους γονείς το δικαίωμα να δώσουν στα παιδιά τους κάτι που εσείς δεν παραδέχεστε. Δηλαδή τι αρνείστε; Αυτό που είναι ανύπαρκτο για σας; Αν είναι ανύπαρκτο, δεν μπορεί καθόλου να βλάψει τον άνθρωπο. Αν πάλι είναι υπαρκτό, τότε πρέπει να το δεχτείτε.

Τη σωτήρια και υπέροχη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, που παίρνει ο Χριστιανός με το Βάπτισμα, τη γνωρίζουν οι άγγελοι και την τρέμουν οι δαίμονες. Μπορείτε να αμφισβητήσετε την ύπαρξη και δράση αυτού του αόρατου κόσμου; Αν όχι, σας ξαναλέμε ότι το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για να περιφρουρήσουμε την ελευθερία τους από τις μεθοδείες του διαβόλου. Γι’ αυτό, οι δαίμονες φεύγουν τρέχοντας από το βαπτισμένο και οι άγγελοι τον φρουρούν σαν γνώριμο και παιδί του Θεού. Δεν δίνονται απλώς κάποια χαρίσματα στον πιστό, αλλά όλο το πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος εκχύνεται σ’ αυτόν, μορφώνει μέσα του τη μορφή του Χριστού και τον κάνει παιδί του Θεού Πατέρα. Επομένως, ο νηπιοβαπτισμός δεν εμποδίζει, αλλά εξασφαλίζει και διασφαλίζει την ουσιαστική ελευθερία του προσώπου. Τη δυνατότητά του για μια ζωντανή και αγαπητική σχέση με το Θεό.

Γιατί, λοιπόν, πρέπει να αρνούμαστε στα παιδιά το ΔΙΚΑΙΩΜΑ να έχουν από την αρχή της ζωής τους την πανσθενουργό Χάρη του Αγίου Πνεύματος; Αν καθώς μεγαλώνουν αποφασίσουν ότι δεν θέλουν πια το Άγιο Πνεύμα, ας το αρνηθούν. Και ο Θεός αυτήν την κίνηση την σέβεται και αφήνει αυτόν που Τον αρνείται. Η Βάπτισή μας και γενικά η σχέση μας με τον Θεό δε μας δεσμεύει. Ούτως ή άλλως διαλέγουμε. Αν κανείς θέλει να αλλάξει πίστη, δε δεσμεύεται από το βάπτισμα. Το βάπτισμα σώζει τελικά όσους με τον καθημερινό τους αγώνα ενεργοποιούν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αλλιώς αυτή μένει ανενέργητη στην ψυχή του. Όπως δηλαδή το μολύβι που γράφουμε ή το βέλος για να κινηθούν χρειάζονται το ανθρώπινο χέρι, έτσι και η Χάρη του Αγίου Πνεύματος απαιτεί την προαίρεση των ανθρώπων που πιστεύουν για να ενεργήσει. Το βάπτισμα δεν μας απαλλάσσει από τον προσωπικό αγώνα για τη διατήρηση και την καρποφορία του πνευματικού δώρου.

Τα λόγια του αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων, τον 4ο αιώνα, «προς τους φωτιζόμενους» μπορούν να λειτουργήσουν αφυπνιστικά και στην εποχή μας:

«Δεν παίρνεις λοιπόν όπλο φθαρτό, αλλά πνευματικό. Φυτεύεσαι στο νοητό Παράδεισο. Παίρνεις καινούργιο όνομα που δεν το είχες πριν. Πριν από το βάπτισμα ήσουνα κατηχούμενος, ενώ τώρα θα ονομαστείς πιστός.  Από την αμαρτία μετατίθεσαι και περνάς στη δικαιοσύνη, από το μολυσμό στην καθαρότητα. Αυτό όμως δε φτάνει… Έργο του Θεού είναι το φύτεμα και το πότισμα, και δικό σου η καρποφορία. Έργο του Θεού είναι να σου δώσει τη χάρη Του, ενώ δικό σου να τη δεχτείς και να τη διατηρήσεις. Μην καταφρονείς τη Χάρη, επειδή σου δίνεται δωρεάν, αλλά δέξου τη και συντήρησέ την, λειτουργώντας την μέσα στην ύπαρξή σου με πραγματική ευλάβεια».

ΠΗΓΗ: ΑΓΙΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Σχολιάστε

«Αφού πέρασαν σαράντα ημέρες, μετά τη σωτήρια ενανθρώπηση του Κυρίου, τη γέννησή Του άνευ ανδρός από την αγία αειπάρθενο Μαρία, κατά τη σεβασμιότατη αυτή ημέρα, η πάναγνη Μητέρα Του και ο δίκαιος Ιωσήφ έφεραν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στο Ιερό, σύμφωνα με τη συνήθεια του σκιώδους και νομικού γράμματος, του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε και ο γηραιός  και πρεσβύτης Συμεών, που είχε δεχθεί ως χρησμό από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει, πριν να δει τον Χριστό Κυρίου, δέχτηκε αυτόν στην αγκαλιά του, και αφού ευχαρίστησε και ομολόγησε τον Θεό, φώναξε: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα Σου»: τώρα μπορείς να πάρεις τον δούλο σου, Κύριε, ειρηνικά. Και μετά, γεμάτος χαρά, έφυγε από τη ζωή αυτή, ανταλλάσσοντας τα επίγεια με τα ουράνια και αιώνια. Η σύναξη αυτή τελείται στον σεβάσμιο Ναό της αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, που βρίσκεται στις Βλαχέρνες». Περισσότερα

Όσιος Δαβίδ ο Γέρων, ο εν Ευβοία, το παιδί του Προδρόμου

Σχολιάστε

Όσιος Δαβίδ ο Γέρων, ο εν Ευβοία 

Εορτάζει στις 1 Νοεμβρίου

Ο όσιος πατήρ Δαυίδ καταγόταν από το χωριό Γαρδινίτσα (σημερινό Κυπαρίσσι) Λοκρίδος και ήταν υϊός ιερέως. Όταν ο Δαβίδ έγινε τριών ετών,κάποια νύχτα του φανερώθηκε στον ύπνο του ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και του είπε «Ξύπνα, παιδάκι μου, και ακολούθησέ με». Το παιδί σηκώθηκε και τον ακολούθησε σα να ήταν γέροντας, μυαλωμένος και συνετός. Βγήκαν λοιπόν από το σπίτι και πήγαν σε μια εκκλησία του χωριού εκείνου, αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Με θεία εντολή η είσοδος του ναού βρέθηκε ανοιχτή. Μπήκαν μέσα. Ο μεν άγιος Πρόδρομος, όπως είδε το παιδάκι, στάθηκε στην εικόνα, πού ήταν πανομοιότυπη με τον Προφήτη, ο δε Δαβίδ στάθηκε μπροστά στην εικόνα με ευλάβεια, έχοντας σταυρωμένα τα χέρια. Έτσι παρέμεινε για έξι ολόκληρες ημέρες, ξυπόλυτος και φορώντας μόνο ένα πουκάμισο, έχοντας το βλέμμα του διαρκώς στραμμένο προς τον Τίμιο Πρόδρομο.

Όταν οι γονείς του σηκώθηκαν το πρωί από τον ύπνο και διαπίστωσαν ότι έλειπε το παιδί, στενοχωρήθηκαν αφάνταστα. Γύρισαν λοιπόν όλο το χωριό ψάχνοντάς το, αλλά δεν το βρήκαν. Θρηνολογώντας και κατηγορώντας τον εαυτό τους έκλαιγαν για τη στέρηση του παιδιού τους. Την έκτη όμως ημέρα, πού ήταν Σάββατο, όπως συνήθιζε ο ιερέας, πατέρας του παιδιού, πήγε με μερικούς συγχωριανούς του να τελέσει τον Εσπερινό στην εκκλησία εκείνη. Και ξαφνικά, βλέπει το παιδάκι του να στέκεται μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου. Το πρόσωπο του έλαμπε σαν τον ήλιο, επειδή ήταν πλημμυρισμένο από τη θεία Χάρη. Ο ιερέας ένιωσε βαθύτατη χαρά για την απροσδόκητη εύρεση του παιδιού του και με δάκρυα στα μάτια του λέει: Παιδάκι μου αγαπημένο, πού ήσουν τόσες ημέρες; Ποιος σε έφερε εδώ; Το παιδί αμέσως, ώ του παραδόξου θαύματος, έδειχνε με το δάχτυλο του την ιερή εικόνα του Προδρόμου, λέγοντας, σαν συνετός γέροντας: Αυτός, αγαπημένε μου πατέρα, με έφερε από το σπίτι μας σ’ αυτόν τον ιερό ναό.

Και απόρησαν όλοι οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί, δοξάζοντας τον Πανάγαθο Θεό. Αφού δε τελείωσε ο Εσπερινός, επέστρεψε ο πατέρας μαζί με τον μακάριο Δαβίδ στο σπίτι τους. Τόσο δε οι γονείς, όσο και όλοι οι κάτοικοι του χωριού δοξολογούσαν και υμνολογούσαν το υπεράγιο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, καθώς και του Τιμίου Προδρόμου, για το εξαίσιο και αξιάκουστο αυτό θαύμα.Από τότε λοιπόν και μετά ο θαυμαστός και ευλογημένος Δαβίδ, πλήρης χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, πήγαινε στο ναό του προφήτου Προδρόμου και προσευχόταν.

 

Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο Δαυίδ ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα ζώντας με ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Ασκήθηκε σε διαφόρους τόπους .Όταν ασκούνταν στο όρος Στείρι συνελήφθη από τους Τούρκους υποβλήθηκε σε πολλά βασανιστήρια και τον έριξαν στην φυλακή. Αφού αφέθηκε ελεύθερος, με τη θεϊκή καθοδήγηση έφτασε στο νησί της Ευβοίας . Θαυμαστός είναι ο τρόπος με τον οποίο πέρασε από την Αταλάντη, απέναντι στο χωριό Οροβιαίς (Ροβιές) της Β. Ευβοίας. Παρακάλεσε ένα βαρκάρη να τον περάσει, εκείνος όμως βλέποντάς τον ταπεινό και ρακένδυτο, τον περιφρόνησε. Ο Όσιος χωρίς γογγυσμό, άπλωσε το τριμμένο ράσο του πάνω στο νερό της θάλασσας, έκαμε το σημείο του Σταυρού και ανεβαίνοντας πάνω σε αυτό, ώ του θαύματος, άρχισε να ταξιδεύει. Ανηφόρισε πρός το βουνό όπου βρήκε τόπο ησυχίας εκεί συνέστησε τη μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Όταν λειτουργούσε, ήταν περικυκλωμένος από θείο φως και στεκόταν ψηλά από τη γη.Έκανε πολλές ελεημοσύνες.Έχοντας δε αξιωθεί το χάρισμα της προορατικότητας, βοήθησε πλήθος ψυχών να βρουν τη σωτηρία.

Όταν έφτασε στην ηλικία των 70 ετών, ο Όσιος αποσύρθηκε σε μιά σπηλιά όχι πολύ μακρυά από το Μοναστήρι, όπου έμενε όλη την εβδομάδα προσευχόμενος και μόνο το βράδυ του Σαββάτου επέστρεφε στην Μονή για να λειτουργήσει και με αγάπη, διάκριση και ταπείνωση να στηρίξει και να ενδυναμώσει τους πιστούς που έτρεχαν κοντά του.

Προέγνωσε την ημέρα του θανάτου του ,κάλεσε τους μαθητές του και τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές νουθεσίες ,τέλος ανέπεμψε μιαν ευχή και τους είπε:  «Ιδού, αδελφοί, ο Δεσπότης Χριστός ήλθεν» και παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του ζώντος Θεού,την 1η Νοεμβρίου του έτους 1589 ή 1601.

Στο ίδιο Μοναστήρι στις μέρες μας,έζησε και αγίασε ο μακαριστός γέροντας όσιος Ιάκωβος Τσαλίκης εκοιμήθη των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου 1991. Μετά από πολλούς ασκητικούς αγώνες, δοκιμασίες και προσευχή,βαδίζοντας στα χνάρια του Οσίου Δαβίδ, χαριτώθηκε από τον Θεό με πολλά χαρίσματα. Εκατοντάδες πιστοί από όλο τον κόσμο αναπαύτηκαν ψυχικά από την απέραντη πατρική στοργή του στο πετραχήλι του. Τώρα μαζί με τον Όσιο και Θεοφόρο Πατέρα ημών Δαβίδ πρεσβεύει και προσεύχεται στον Σωτήρα Χριστό για όλους εμάς.

Απόσπασμα κυριως από τον βίο: Ο Όσιος Δαβίδ ο Γέρων του Πρωτ. Γεωργίου Χρ. Ευθυμίου, Λέκτορος της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

Σχολιάστε

α´ ᾿Επειδή ἀπεκόπημεν ἀπό τήν πρώτη καί θεία καί μακαρία ζωή λόγῳ τῆς παραβάσεως τοῦ προπάτορος, καί μακρυνθέντες ἀπό τόν Θεόν, ἐγίναμε ἐξόριστοι τοῦ Παραδείσου, καί ξεπέσαμε εἰς μία πολύ ἁμαρτωλή ζωή, καί κατεκρίθημεν εἰς τό νά ἀποθάνωμε, καί κατατεμαχισθήκαμε σέ ἀναρίθμητες γνῶμες, καί πλάνες καί ἀσέβειες, ὡς δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου μέ τίς φιληδονίες καί τά πάθη τῆς σαρκός, καί διά τοῦτο εἴχαμε ἀνάγκη νά σαρκωθῇ ὁ Θεός, ὁ ῾Οποῖος δέν ὑπέφερε τήν ζημία τοῦ πλάσματός Του, οὔτε ἤθελε νά τό ἀφήσῃ νά καταστραφῇ·

προκειμένου ἀπό Αὐτόν πού ἐπλάσθημεν, ἀπό Αὐτόν καί νά ἀναπλασθῶμεν, δι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Λόγος, ὁ ῾Οποῖος ἀπ᾿ αἰῶνος ὑπάρχει μαζί μέ τόν Πατέρα, ἄχρονος ὤν, εὐσπλαγχνισθείς τήν φύσιν μας, ἡ ὁποία ἐγλίστρησε καί ἀπεμακρύνθη ἀπό τό καλό, καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε εἰς τά βάθη τοῦ ᾅδου· εὐδόκησε καί ἠθέλησε νά γίνῃ ἄνθρωπος σέ μία ὡρισμένη στιγμή, καί νά εἰσέλθῃ μέσα εἰς τόν χρόνον, καί νά γίνῃ ὅμοιος κατά πάντα μέ ἡμᾶς, πλήν τῆς ἁμαρτίας.

Διά τοῦτο ὁ ᾿Αχώρητος χωρεῖται μέσα σέ Παρθενικά σπλάγχνα, καί περιγράφεται κατά τήν σάρκα ὁ ᾿Απερίγραπτος, καί διά τῆς κοινωνίας αὐτῆς θεώνει τό πρόσλημμα, καί γίνεται ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος, Αὐτός πού πάντοτε ἦτο τέλειος Θεός.

β´ ᾿Αφοῦ λοιπόν συνανεστράφη καί ἔζησε μέσα εἰς τόν κόσμον, ἔδωσε ἐντολάς δικαιοσύνης καί ἀρετῆς, καί ἔδειξε τήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἐδίδαξε τά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη, ἔκαμε θαύματα ὑπερφυσικά, μεγάλα καί θαυμαστά. ῞Υστερα παραδίδεται ἑκουσίως εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί ἀδίκων, καί κατακρίνεται, καί καταδικάζεται, καί πάσχει, καί ὑπομένει τά φρικτά Πάθη, φέροντας ᾿Εκεῖνος ἀντί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, τήν σωτήριον τιμωρίαν, καί ὀδύνην, καί κάκωσιν σύμφωνα μέ ἐκεῖνο πού ἔχει γραφῇ· «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται· Αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν».

Καταδέχεται ὁ Κύριος τῆς δόξης καί πτυσίματα καί κτυπήματα εἰς τό πρόσωπον, κολαφίσματα, καί ὕβρεις, καί γέλωτα, τόν κόκκινον μανδύαν καί τόν ἀκάνθινον στέφανον, κάλαμον καί σπόγγον καί χολήν μέ ξύδι, τούς ἥλους καί τήν λόγχην, καί μαζί μέ ὅλα αὐτά τόν Σταυρόν καί τόν θάνατον· ἔτσι ἀφ᾿ ἑνός μέν, καταργεῖ διά τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου Του τήν καταδίκη καί τήν ἀπόφασι τῆς παλαιᾶς κατάρας, μέ τό νά γίνῃ κατάρα γιά χάρι μας, καθώς ἔχει γραφῇ· «᾿Επικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου»· ἀφ᾿ ἑτέρου δέ, διά τῆς ταφῆς καί τῆς ἀναστάσεως μᾶς ἐξάγει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πικρᾶς καταδίκης, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά ἄλυτα δεσμά τοῦ τυράννου διαβόλου, καί χαρίζει κάθε ἐλευθερία. Διότι ὁ Κύριος ἀνίσταται τήν τρίτην ἡμέραν, καί ἀναβαίνει εἰς τούς Οὐρανούς μεσιτεύων καί προσευχόμενος γιά μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός· καί πρόκειται πάλιν νά ἔλθῃ μέ δόξα, διά νά κρίνῃ ὅλην τήν γῆν, καί νά ἀποδώσῃ εἰς τόν καθ᾿ ἕνα κατά τά ἔργα αὐτοῦ.

γ´ ῎Ετσι ἐπρονόησε γιά μᾶς ὁ Θεός, καί ἔτσι ἐφρόντισε νά μᾶς βγάλῃ ἀπό τήν τυραννία καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου. ῎Ετσι ηὐδόκησε νά γίνῃ ἄνθρωπος ὑπέρ ἡμῶν, καί μᾶς ἔδωσε ὡς φάρμακα πρός θεραπείαν τῆς ἀσθενείας μας τά θεῖά Του Πάθη. Καί μέ αὐτά ἀνεπλάσθημεν, καί ἀξιωθήκαμε τῆς αἰωνίου ζωῆς, καί ἐγίναμε μέτοχοι θείων Μυστηρίων, καί ἀπολαμβάνομε τά Χαρίσματα καί τάς Δωρεάς τοῦ Πνεύματος. Κατά τόν θεῖον ᾿Απόστολον· «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου, γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Εγινε κατάρα γιά μᾶς ὁ Χριστός, ἐπειδή θυσίασε τόν ἑαυτόν Του ὑπέρ ἡμῶν, μέ τό νά ἀποθάνῃ μέ τήν θέλησίν Του τόν ἐπονείδιστον καί ἀδοξότατον θάνατον. Μᾶς ἐξηγόρασε ἀπό τήν κατάρα, διότι προσέφερε τό θεῖον καί ῞Αγιον Αἷμά Του καί μᾶς ἐλύτρωσε ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, καθώς καί ἀπό τήν καταδίκη καί τήν φθορά τοῦ ᾅδου.

῎Εγινε κατάρα ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀπέθανε τόν θάνατον τῶν ἐπικαταράτων καί κακούργων. ᾿Επειδή δέ, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι Αὐτοῦ», διά τοῦτο μετέβαλε τήν κατάρα εἰς εὐλογίαν, καί βέβαια, ἀπεμάκρυνε καί συνέτριψε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί μᾶς ἐχάρισε ὁδόν σωτηρίας. Διότι ἦλθε ὁ Κύριος διά νά βαστάσῃ καί νά ἐξαλείψῃ τήν ἐναντίον μας κατάραν. Δι᾿ αὐτό καί ἐδέχθη τόν σταυρικόν θάνατον. Διότι πῶς ἠμποροῦσε διαφορετικά νά γίνῃ κατάρα, παρά μέ τό νά δεχθῇ τόν σταυρικόν θάνατον, τόν ὁποῖον ἐδοκίμαζον οἱ ἐπικατάρατοι; Πῶς ἐπίσης θά μᾶς προσκαλοῦσε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας, ἐάν δέν ἐσταυρώνετο; Διότι μόνον ἐπάνω σέ σταυρό ἀποθνήσκει κανείς ἔχοντας ἐκτεταμένα τά χέρια του. ῞Απλωσε λοιπόν τάς παλάμας ὁ Κύριος διά νά ἑλκύσῃ ὅλους κοντά Του καί νά τούς ἑνώσῃ μέ μίαν μυστικήν καί θείαν κοινωνίαν μεθ᾿ ἑαυτοῦ, καθώς Αὐτός εἶπεν· «῞Οταν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν».

δ´ Διότι ὁ διάβολος πεσών ἀπό τόν Οὐρανόν μαζί μέ τούς συναποστάτας του πονηρούς δαίμονες, περιπλανᾶται τριγύρω εἰς τόν ἀέρα, καί προσπαθεῖ νά ἐμποδίσῃ αὐτούς πού ἀνέρχονται εἰς τόν Οὐρανόν. ῏Ηλθε λοιπόν ὁ Κύριος, διά νά συντρίψῃ τόν διάβολον, καί τόν ἀέρα νά καθαρίσῃ, καί νά ἀνοίξῃ γιά μᾶς δρόμο πρός τόν Οὐρανόν διά τῆς σαρκός Του, καί νά δείξῃ ὅτι Αὐτός εἶναι πού συνέχει καί διακρατεῖ τά πάντα. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ θάνατός Του ἁγιάζει τά σύμπαντα, διά τοῦτο εὐλόγως ἐδέχθη νά ὑποστῇ τόν ἀτιμότατον σταυρικόν θάνατον.

Τοῦτο τό σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐγκωμίασε καί ὁ θεῖος Δαυίδ λέγων· «Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός Σου, καί ἀπό τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ᾿Εάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν», τοῦτο φανερώνει τό ὕψος, «ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», τοῦτο φανερώνει τό βάθος, «ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», τό ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου· τοῦτο φανερώνει τό πλάτος, «καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης», τάς δυσμάς ὀνομάζει ἔτσι· τοῦτο φανερώνει τό μῆκος.

ε´ Καί ὁ θεῖος Παῦλος τοῦτο τό σχῆμα ὑπονοοῦσε γράφων πρός ᾿Εφεσίους· «῞Ινα ἐξισχύσητε», λέγει, «καταλαβέσθαι σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, τί τό μῆκος, καί πλάτος, καί βάθος, καί ὕψος»· ἐννοῶντας διά μέν τοῦ ὕψους τά ἐπουράνια, διά δέ τοῦ βάθους τά ὑπόγεια τοῦ ᾅδου, διά δέ τοῦ πλάτους καί μήκους τά ἑκατέρωθεν ἄκρα, τά ὁποῖα κατέχονται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία βαστάζει καί διακρατεῖ τά πάντα. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ Κύριος, ὅτι· «Δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου σταυρωθῆναι», δηλαδή, δέν μπορεῖ διαφορετικά νά γίνῃ τό Πάθος, παρά μόνο διά τοῦ Σταυροῦ· καί ἐνῶ ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα μέσα θανατικῆς καταδίκης, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά πληρώσῃ τήν οἰκονομίαν τοῦ θανάτου ὑπέρ ἡμῶν, ἀπό ὅλα τά ἄλλα εἴδη, προετιμήθη ὁ σταυρικός θάνατος, ὡς ἀναγκαῖος καί ἀπαραίτητος.

῎Ετσι τώρα ὅπου καί νά χαραχθῇ ὁ Σταυρός, εὐλογεῖ, ἁγιάζει, φωτίζει, καί δίδει ὅλα τά σωτήρια. Τοῦτον λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἔχοντας ἀκατανίκητον ὅπλον, ἄς μή τρέμωμε, καί ἄς μή φοβούμεθα τούς ἐχθρούς· διότι αὐτοί τρέμουν τόν θεῖον Σταυρόν, καί φοβοῦνται, καί φεύγουν, ἐπειδή δέν μποροῦν, οὔτε γιά λίγο, νά ἀντικρύσουν τό σημεῖο του. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον, ὅλα μας τά ἔργα ἄς τά ἐπιτελοῦμε καί τελειώνουμε μέ τό σημεῖον τοῦ θείου Σταυροῦ. Διά τοῦτο ὑψώνοντες καί προσκυνοῦντες αὐτόν, μεγαλύνομε καί δοξάζομε τόν Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη ἐπ᾿ αὐτοῦ. Διότι ἐκεῖνος πού ἐγκωμιάζει τόν Σταυρόν, τιμᾷ καί δοξάζει καί προσκυνεῖ τόν Σταυρωθέντα Χριστόν. Διότι διά τοῦ Σταυροῦ ὁ τύραννος διάβολος ᾐχμαλωτίσθη· διά Σταυροῦ ὁ θάνατος ἐνικήθη καί ἐξηφανίσθη, καί ὁ ᾅδης ἀπεγυμνώθη. ῎Επρεπε δηλαδή, μέ ἐκεῖνα πού μᾶς ἐνίκησε ὁ διάβολος, μέ ἐκεῖνα πάλιν νά ὑπερισχύσῃ καί νά ἐπικρατήσῃ ὁ Χριστός.

στ´ Τά αἴτια, δηλαδή, τῆς καταδίκης καί τῆς φθορᾶς μας ἦσαν ἡ γυναῖκα, τό ξύλον καί ὁ θάνατος. Διότι ἡ Εὔα ἐξηπατήθη ἀπό τόν ὄφιν διάβολον. Τό ξύλον ἦτο τό δένδρον ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖον καί ἡ Εὔα καί ὁ ᾿Αδάμ ἔφαγον παρανόμως. ῾Ο θάνατος δέ, ἦτο ἡ τιμωρία τῆς παρανόμου αὐτῆς γεύσεως. ᾿Αλλ᾿ ὅμως, νά ὅτι πάλι Παρθένος καί Ξύλον καί Θάνατος! Καί ἐκεῖνα πού ἦσαν τότε αἴτια τῆς κατακρίσεως καί τῆς καταδίκης μας, τώρα ἔχουν γίνει πρόξενα τῆς νίκης καί τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας μας. ᾿Αντί τῆς Εὔας ἡ ὑπερευλογημένη καί ᾿Αειπάρθενος Μαριάμ· ἀντί τοῦ ξύλου πού ἦτο εἰς τόν Παράδεισον, τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ· ἀντί τοῦ θανάτου τοῦ ᾿Αδάμ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ.

Διότι μέ ἐκεῖνα πού ἐνίκησεν ὁ διάβολος, μέ αὐτά πάλι κατηργήθη καί συνετρίβη. Διά τοῦ δένδρου ἐκείνου ὁ ἐχθρός ἐνίκησε τόν ᾿Αδάμ· διά τοῦ Σταυροῦ συνέτριψε τόν ἐχθρόν ὁ Χριστός. Καί ἐκεῖνο μέν τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔγινε αἰτία θανάτου καί μᾶς ὡδήγησε εἰς τόν ᾅδην· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ καί αὐτούς πού εὑρίσκοντο εἰς τόν ᾅδην τούς ἠλευθέρωσε. Τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔκαμε τόν ᾿Αδάμ αἰχμάλωτον καί γυμνόν, καί τόν ἠνάγκασε νά κρυβῇ· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ ἔδειξε ἀπό ψηλά πρός ὅλους τόν νικητήν Χριστόν ἐπάνω εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ, ἐνίκησε τελείως, ὡσάν ἄλλος γενναῖος ἀθλητής, τάς ἐχθρικάς δυνάμεις τοῦ Πονηροῦ. Καί ὁ μέν θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ, καί τούς ἀπογόνους του κατεδίκασε, κατέκρινε καί ἐθανάτωσε· ἐνῶ ἀντιθέτως, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, καί τούς πρίν ἀπό Αὐτόν πεσόντας καί θανατωθέντας ἀνέστησε, καί ἐζωοποίησε, καί εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἐχάρισε τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.

ζ´ «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Ας προσέχωμε τούς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί, μήπως πάλι πέσωμεν ὑπό κατάραν, μέ τό νά ἀμελήσωμε τόν φόβον τοῦ Θεοῦ καί τάς σωτηρίους ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔλουσε ὁ Χριστός μέσα εἰς τό ῞Αγιον Βάπτισμα «διά λουτροῦ παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου»· ἄς μήν ἐπιστρέψωμε πάλιν «ἐπί τόν ἴδιον ἔμετον».

Μᾶς ἔκαμε ὁ Χριστός συμμόρφους καί συσσώμους μέ τόν ἑαυτόν Του· μή λοιπόν κάνωμε «τά μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης», καταμολύνοντες τό σῶμα, καί ἀμαυροῦντες τήν βασιλικήν εἰκόνα. Μᾶς ἁγίασε ὁ Χριστός, καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας διά τοῦ τιμίου καί ἀχράντου Αἵματός Του, ὥστε νά «μή ἔχωμε κανένα σπῖλο ἤ ῥυτίδα», οὔτε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού δημιουργοῦν ἀσχήμιαν ἤ ἀποκρουστικότητα. ῎Ας μή ἐγκαταλείψωμε τήν ἀρετή, διά νά ὑπάγωμεν εἰς τήν ἁμαρτίαν, μήτε νά ἀγαπήσωμε τήν δυσωδία τῶν παθῶν, καί τήν ἀκαθαρσία τοῦ ῥύπου τῶν ἡδονῶν πού προέρχεται ἀπό αὐτά.

Μᾶς ἐγέμισε ὁ Χριστός ἀπό φῶς λαμπρότατο καί καθαρό· ἄς μή προτιμήσωμε πάλι τό ζοφερό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Μᾶς ἔκαμε ὁ Θεός συμπολίτας μέ τούς ἁγίους ᾿Αγγέλους, καί μᾶς ἀξίωσε νά γίνωμε συγκληρονόμοι τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν· ἄς μή διαλέξωμε πάλι τήν ἀδοξίαν, τήν φθοράν καί τήν καταδίκην, ἀλλά ἄς παραμείνωμε σταθεροί εἰς τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν πού μᾶς ἐξησφάλισε ὁ Χριστός, ἁγιαζόμενοι ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ· καί ἄς πολιτευώμεθα, ἀδελφοί μου, μέ κάθε νῆψι καί προσοχή, ὥστε νά μείνωμε σταθεροί εἰς τήν πίστιν καί τήν σωτηρίαν πού μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός, καί διά τῆς ὁποίας δικαιούμεθα καί σωζόμεθα. Διότι ἐάν δέν μείνωμεν ἔτσι σταθεροί, ἀλλά γυρίσωμεν εἰς τά ὀπίσω, θά τιμωρηθοῦμε αὐστηρά, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος διά νά κρίνῃ τήν γῆν. Διά νά μή γίνῃ λοιπόν αὐτό, ἄς ζήσωμε μέ εὐλάβεια καί μετάνοια, ὅπως ἀρέσει εἰς τόν Θεόν, ἀγωνιζόμενοι νά ἀποκτήσωμε τήν καθαρότητα τοῦ βίου, τάς ἀρετάς τῶν δακρύων καί τῆς κατανύξεως, ὑποτάσσοντες καί δουλαγωγοῦντες τό σῶμα, ζωογονοῦντες καί διατρέφοντες τήν ψυχήν, μέ Πνευματικά λόγια καί ἔργα, ἐργαζόμενοι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ χωρίς ῥαθυμίαν, καί χωρίς νυσταγμόν καί ἀμέλειαν.

η´ ᾿Εάν δέ ῥαθυμήσωμε καί ἀμελήσωμε, ἐπειδή ἡ φύσις μας εἶναι ἀσθενής καί εὔκολα γλιστρᾷ, πάλιν ἄς μετανοῶμεν, ἄς μεταμελώμεθα καί ἄς ἐξομολογούμεθα τά ἁμαρτήματά μας. ῎Ας συντρίβωμε τάς καρδίας μας μέ μετάνοια καί νῆψι, καί ἔτσι ἄς ἐπανερχώμεθα εἰς τήν προηγουμένην καλήν κατάστασίν μας.

῎Ας φυλάττωμε τήν καλήν «παρακαταθήκην», καί τόν σεβασμό πρός τόν νέον βασιλέα μας, «τόν χριστόν Κυρίου», ὁ ὁποῖος ἔχει τήν βασιλείαν ἐκ πατρός καί πάππου καί προπάππου. ῎Ας ὑποτασσώμεθα εἰς τήν δικαίαν καί νόμιμον ἐξουσίαν του σέ ὅλα. ῎Ετσι ἀγαπῶντες καί διακονοῦντες αὐτόν, θά ζήσωμε μέ εὐσέβειαν, θά ἀναδειχθῶμεν καθαροί ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, καί θά ἀκούσωμε τόν Θεόν νά μᾶς λέγῃ· ᾿Εγώ «ὕψωσα τόν δοῦλόν μου» τόν βασιλέα, διά τῆς ᾿Εκκλησίας μου· «ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν· ἡ γάρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καί ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν· οὐκ ὠφελήσει ἐχθρός ἐν αὐτῷ, καί υἱός ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν. Καί συγκόψω ἀπό προσώπου αὐτοῦ τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί τούς μισοῦντας αὐτόν τροπώσομαι.

Καί ἡ ἀλήθειά μου καί τό ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καί ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τό κέρας αὐτοῦ. Καί θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καί ἐν ποταμοῖς δεξιάν αὐτοῦ». ᾿Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σας, ἐγώ ἡ ῥίζα, ἐγώ τό θεμέλιον, ἐγώ ὁ τροφεύς, ἐγώ τό σπίτι, ἐγώ τό ἱμάτιον, κάθε τι πού θελήσετε, ἐγώ εἶμαι γιά σᾶς. Τίποτε δέν θά ἔχετε ἀνάγκη, ἀρκεῖ νά εὑρίσκεσθε κοντά μου διά τῆς ἀρετῆς. Σεῖς εἶσθε δι᾿ ἐμέ ὅλα· καί φίλοι, καί μέλη, καί συγκληρονόμοι, ἀρκεῖ μόνον νά πορεύεσθε, κατά τά προστάγματά μου καί νά φυλάσσετε τάς ἐντολάς μου, μέ τό νά ποιῆτε αὐτάς· παραλλήλως δέ, νά δείχνετε κάθε φροντίδα καί προστασίαν καί εὐσπλαχνίαν πρός τούς πτωχούς τοῦ λαοῦ μου.

θ´ Εἰς τάς κρίσεις σας μή κάμετε καμμία ἀδικία, οὔτε νά διαστρέψετε καί νά καταπατήσετε τό δίκαιον τοῦ πτωχοῦ. Νά μή σᾶς ἐπηρεάζῃ καμμία προσωποληψία ἀρχόντων, οὔτε νά ἔχετε σχέσεις μέ δωροδοκίας. ᾿Εξ ἴσου νά κρίνεται καί τούς ταπεινούς καί ἀσήμους, καί τούς ἀξιωματούχους καί ἐπισήμους καί νά ἀποσπάσετε τόν ἀθῷον ἀπό τά χέρια ἐκείνου πού τόν ἀδικεῖ. Μή θέλετε νά ἀκούετε λόγους πονηρούς καί ματαίους. Διότι ὑπάρχουν μερικοί πού δέν ἔχουν καλή συμπεριφορά, καί μή ἔχοντες προσωπικάς ἀρετάς, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν, διαμορφώνουν τόν ἑαυτό τους παρασυρόμενοι ἀπό τήν κακίαν τοῦ περιβάλλοντος.

Μή στηρίζετε τάς ἐλπίδας σας εἰς τόν πλοῦτον καί εἰς τήν ἀδικίαν. Μή φλογίζεσθε ἀπό τόν πόθον διά πλούτη, πού προέρχονται ἀπό ἁρπαγάς. Κάμετε κρίσεις δικαίας, διά νά σκεπασθῆτε κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεώς μου. Καμμία χήραν καί κανένα ὀρφανόν νά μή ἀδικήσετε. ᾿Εάν ἀδικήσετε αὐτούς καί κράξουν πρός ἐμέ ἐναντίον σας, ἐγώ θά ἀκούσω τήν φωνήν των καί θά ὀργισθῶ καί θά ἐπιτρέψω νά φονευθῆτε ἐν στόματι μαχαίρας καί ἔτσι αἱ γυναῖκες σας θά γίνουν χῆραι καί τά παιδιά σας ὀρφανά, ὡσάν ἐκεῖνα πού ἐσεῖς ἠδικήσατε.

῎Ας φοβηθῶμεν καί ἄς φρίξωμεν, ἀδελφοί μου, ἀκούοντες αὐτά, καί ὅσοι εὑρίσκεσθε μέσα εἰς τήν κακίαν, τήν ἀδικίαν, τήν ἁρπαγήν, τήν πλεονεξία καί τήν ἀπιστίαν, ἐπιστρέψατε καί μετανοήσατε.

῞Οσοι δέ στέκεσθε εἰς τήν ἀρετήν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἀλήθειαν καί τήν πίστιν, μή ῥαθυμήσετε, οὔτε νά ὑποχωρήσετε· ὥστε καί ὁ Σταυρός ὁ Τίμιος, ὁ ἄξιος προσκυνήσεως καί σεβασμοῦ, ἡ ἰσχύς τῆς οἰκουμένης, τό στερεό φρούριον τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας, τό ἀνίκητον ὅπλον τῶν ᾿Ορθοδόξων βασιλέων, τό ἄθραυστο ὀχύρωμα, νά μᾶς ἐνδυναμώσῃ μέ τήν ἀήττητον δύναμίν του, καί νά μᾶς καταξιώσῃ νά διέλθωμε τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας μέ ἁγιασμόν καί θεάρεστον πολιτείαν· καθώς ἐπίσης νά ἀναδείξῃ τούς ᾿Ορθοδόξους καί ἁγίους βασιλεῖς μας νικητάς κατά τῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν, μᾶς ἀδικοῦν καί μᾶς μισοῦν· καί ἔτσι νά λάβωμε κάποια παρηγορία, εἰρήνη καί γαλήνη, ὅπως ἐλπίζομε καί προσευχόμεθα, κατά τόν παρόντα βίον. Εἰς δέ τόν μέλλοντα αἰώνα νά ἀπολαύσωμε τήν ἄφατον χαράν καί ἀγαλλίασιν τῶν δικαίων· αὐτῆς εἴθε νά ἀξιωθῶμεν ὅλοι διά τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ῟ῼ πρέπει δόξα καί κράτος σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί Ζωοποιͺῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ᾿Αμήν.

Περισσότερα

Η Ιστορία των Παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο

Σχολιάστε

Η Ιστορία των Παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο

 

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς.

Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον μέγα και Μόνο Μεσίτη Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείτε κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η ιερή Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Έτσι επ’ ευκαιρίας του γεγονότος αυτού καλόν είναι να δούμε και να γνωρίσουμε μερικά πράγματα για το τι είναι κανόνας, και ποιος συνέθεσε τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο. Περισσότερα

Older Entries