Ο άγιος Ιωαννής ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια γύρω στο 354 μ. Χ. Έμεινε ορφανός απο πολύ νωρίς, εξαιτίας του οτι ο πατέρας του πέθανε λίγο καιρό μετά τη γέννηση του. Η μητέρα του δεν ξαναπαντρέυεται και αφοσιώνεται στην ανατροφή του Ιωάννη. Ο Ιωάννης ήταν ευφυέστατο μυαλό και σπούδασε πολλές επιστήμες στην Αντιόχεια κόντα στον διακεκριμένο διδάσκαλο Λιβάνιο. Τη μεγάλη του ευφυΐα επαινούσε και ο διδάσκαλος του ρήτορας Λιβάνιος, ο οποίος όταν ρωτήθηκε πρός τα τέλη της ζωής του ποιον θα άφηνε διάδοχό του, απάντησε: «τον Ιωάννη, αν δεν τον είχαν κλέψει οι χριστιανοί». Ακολούθως μεταβαίνει στην Αθήνα για συνέχιση των σπουδών του, όπου γνωρίζει το Μέγα Βασίλειο. Με το τέλος των σπουδών του εξασκεί για πολύ λίγο χρονικό δίαστημα το επάγγελμα του δικηγόρου ή του διδασκάλου της ρητορικής και ακολούθως αποσύρεται στην έρημο της Αντιοχείας. Εκεί ασκήτευσε για έξι χρόνια. Στην αρχή κόντα σε κάποιον γέροντα για τέσσερα χρόνια και αργότερα μόνος του σε ένα σπήλαιο για δύο χρόνια.

Το 381 σε ηλικία 34 ετών χειροτονείται δίακονος από τον Μελέτιο Αντιοχείας. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Φλάβιανο ο οποίος διαδέχθηκε το Μελέτιο στον θρόνο της Αντιόχειας. Κατά τη διαρκεία της ιερατικής του διακονίας ανέπτυξε όλα τα ψυχικά χαρίσματα που δίεθετε. Μιλούσε στα πλήθη της Αντιόχειας με πύρινο θείο ζήλο και ευγλωττία, σείοντας και συγκινώντας τις ψυχές τους. Αυτό του έδωσε και το χαρακτηρισμό Χρυσόστομος.

Ολη αυτή τη δράση που είχε αναπτύξει φτάνει μέχρι την Κωνσταντινούπολη όπου τον καλούν να αναλάβει τον πατριαρχικό της θρόνο όταν πεθάνει ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος. Με κοινή ψήφο του βασιλία και του κλήρου χειροτονείται αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπώλεως στις 15 Δεκεμβρίου του 397. Από τη θέση του αυτή συνέχισε να ερμηνευεί την Αγία Γραφή, να είναι ασκητικός να γυρίζει σε όλους τους ναούς της βασιλεύουσας κάνοντας ομιλίες και να αναπτύσσει μεγάλη κοινωνική και θρησκευτική δράση. Ελέγχει και στηλιτεύει κάθε παρανομία και κακία χωρίς φόβο. Αυτό γίνεται αιτία να δημιουργήσει αρκετούς εχθρούς, μέχρι και την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία, την οποία ήλεγχε συχνά για την συμπεριφορά της. Εξορίστηκε 2 φορές απο την Κωνσταντινούπολη αλλά λόγω της μεγάλης αντιδράσης που είχε απο το λάο η απόφαση αυτή, ανακλήνεται απο την εξορία. Ξάναεξορίζεται για τρίτη φορά όπου οδηγήται στην Κουκουσό και απο εκεί στην Αραβισσό και το 404 στην Πιτιούντα του Πόντου όπου πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου του 407. Το σκήνωμά του ενταφιάστηκε στα Κόμανα του Πόντου μαζί με τα λείψανα των αγίων μαρτύρων Βασιλίσκου και Λόυκιανού.

Όταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εξελέγεται ο μαθητής του αγίου Ιωάννου ο άγιος Πρόκλος, αποφασίζεται η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Ιωάννη στην Κωνσταντινούπολη η οποία γίνεται το 438. Η μεταφορά των ιερών λειψάνων στην Κωνσταντινούπολη συνοδέυεται απο μια επιστολή του βασιλιά Θεοδοσίου, με την οποία ζητά απο τον άγιο να τους συγχωρέση και να τους επιτρέψη να μεταφέρουν τα λείψανα του στην Κωνσταντινούπολη για να τους ευφραίνει με την παρουσία του. Τα λείψανα του αγίου υποδέχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας με τη σύγκλητο και τους άρχοντες μαζί με το λάο και τους κληρικούς. Στην αρχή μεταφέρθηκαν στο ναό του Αποστόλου Θωμά στα Αμαντίου επειτά στο ναό της αγίας Ειρήνης όπου τα έβαλαν πάνω στο σύνθρονο και όλοι φώναξαν:«Απόλαβε το θρόνο σου, Άγιε». Ακολούθως μεταφέρθηκαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων όπου τα τοποθέτησαν στην ιερή καθέδρα και ο άγιος επεφώνησε πρός το λαό το «Ειρήνη πάσι». Μέτα τα τοποθέτησαν στο άγιο βήμα κάτω απο την αγία τράπεζα.

Το γεγονός αυτό εορτάζουμε σήμερα 27 Ιανουαρίου και αποτελεί για μας μια αφορμή στο να δούμε τη ζωή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Να δούμε τους αγώνες του, οι οποίοι δεν σταματούσαν μπρόστα σε τίποτα όταν επρόκειτο για την υπεράσπηση της αληθείας. Ακόμη και όταν φαίνεται οτι επικρατεί το ψέυδος και η αδικία έρχεται η στιγμή που αποκαθίσταται η αλήθεια και τα πράγματα πέρνουν τη σωστή τους θέση.

Advertisements