Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Στήν προηγούμενη ὁμιλία μας ἀναπτύξαμε στήν ἀγάπη σας τά σχετικά μέ τή νηστεία καί σύμφωνα μέ τή δύναμή μας σᾶς ἀναφέραμε τά πλεονεκτήματα της. Ἐπίσης σέ μιά ἄλλη προηγούμενη ὁμιλία μας, ἀναπτύξαμε στή φιληκοΐα σας τά σχετικά μέ τό βάπτισμα, καί τώρα ἐπιθυμοῦμε νά σᾶς μιλήσουμε καί περί προσευχῆς. Ποιά δηλαδή εἶναι ἡ δύναμή της καί ποιά ὠφέλεια ἀποκομίζουν ὅσοι εἶναι συνδεδεμένοι μέ τήν προσευχή.

Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν νά ἀκούσετε μέ καλή διάθεση καί εὐλάβεια, ἔχοντας τεταμένη τήν προσοχή σας στά λεγόμενα. Διότι ἡ προσευχή, ἐπειδή τυχαίνει νά εἶναι ἡ πιό μεγάλη καί ἡ πιό ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλες τίς ἐντολές, καί θά λέγαμε εἶναι ἡ μητέρα τῶν ἐντολῶν, ἀπό αὐτή πηγάζουν ὅλα τά θεϊκά προστάγματα. Διότι ποιός ἀπό αὐτούς πού προσεύχονται μπορεῖ νά παραβλέψει τόν πλησίον του πού τόν δέρνει ἡ φτώχεια, ὥστε νά πηγαίνει ὁ κόπος τῆς προσευχῆς του χαμένος; Ποιός μπορεῖ νά ἐπιθυμεῖ ἕναν τέτοιο πλοῦτο καί μιά τέτοια περιουσία ὥστε νά ἐπιφορτίζει μόνο τό σῶμα του μέ μάταιο κόπο, ἐνῶ ἡ ψυχή του θά εἶναι δοσμένη κάπου ἀλλοῦ; Διότι ἡ ἀρρώστια τῆς φιλοχρηματίας μοιάζει μέ κάποια ἀθεράπευτη καί μόνιμη ἀσθένεια πού οὔτε ὁδηγεῖ σύντομα στό θάνατο οὔτε πάλι τήν τέλεια ὑγεία παρέχει στό σῶμα, ἀλλά λίγο-λίγο τό κάνει νά ἀτονεῖ μέχρις ὅτου, ἀφοῦ καταρρεύσει πρῶτα ἀπό τίς ἐπερχόμενες ταλαιπωρίες καί τούς ἀναρίθμητους πόνους, τό παραπέμπει στό τέλος στόν κοινό θάνατο.

Ποιός δέ ἐραστής τῆς προσευχῆς εἶναι δυνατόν νά παραβλέψει τή νηστεία, ἀφοῦ διδάσκεται ἀπ᾿ αὐτή τήν Ἁγία Γραφή ὅτι «ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή λυτρώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό θάνατο»; (Τωβίτ 12, 8, 9.) Ἄλλωστε δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπικαλεῖται κανείς τόν Κύριο ἀπό βαθείας καρδίας, ὅταν ἔχει σύντροφο ἀχώριστο τήν πολυφαγία καί τή μέθη, πράγμα πού τό παρήγγειλε ὁ Κύριος στούς μαθητές του στό Εὐαγγέλιο: «Προσέχετε», λέει, «μήπως οἱ καρδιές σας γίνουν βαριές καί δυσκίνητες στά πνευματικά ἀπό τό ἄσωτο φαγ0πότι καί τή μέθη» (Λουκ. 21, 4). Διότι ὅπως οἱ μυρωδιές ἀπό τό πολλά φαγητά πού βάζουμε μέσα μας ἐπιδρᾶ στόν ἐγκέφαλο καί θολώνει τό λογισμό καί ἀναστατώνει τήν καρδιά μας, ὥστε νά μή μπορεῖ νά παίρνει σωστές ἀποφάσεις, ἔτσι καί ἡ πραγματική προσευχή ἀποτελεῖ ἀφετηρία ὅλων τῶν ἐντολῶν καί ἀναγκάζει μέ τή δική της χάρη ὅλες τίς ἄλλες ἐντολές νά συμβαδίζουν.

Εἶναι τό ἀνώτατο ἀγαθό ἡ προσευχή καί ἡ συνομιλία μέ τόν Θεό, διότι εἶναι κοινωνία καί ἕνωση μέ τόν Θεό. Καί ὅπως οἱ σωματικοί ὀφθαλμοί φωτίζονται ὅταν βλέπουν πρός τό φῶς, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό φωτίζεται καί καταλάμπει ἀπό τό ἀνεκλάλητό Του φῶς. Προσευχή λοιπόν δέν εἶναι ἐκείνη πού γίνεται ἐξωτερικά καί φαινομενικά, ἀλλά ἐκείνη πού γίνεται μέσα ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς.

Προσευχή δέν εἶναι ἐκείνη πού περιορίζεται μέσα στό χρόνο καί στά διάφορα διαστήματα τοῦ χρόνου, ἀλλά ἐκείνη πού ἐπιτελεῖται ἀκατάπαυστα νύκτα καί ἡμέρα. Διότι δέν πρέπει τότε μόνο, ὅταν ἀποσυρόμαστε γιά προσευχή, νά κρατᾶμε τό νοῦ μας στό Θεό, ἀλλά καί ὅταν ἀσχολούμαστε μέ διάφορες ἐργασίες π.χ. μέ τήν φροντίδα τῶν φτωχῶν ἤ μέ ἄλλες μέριμνες, ἤ μέ ἄλλα καλά καί χρήσιμα ἔργα, πρέπει νά ἑνώνουμε μέ αὐτά καί τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τόν πόθο μας γι᾿ Αὐτόν, ὥστε μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, σάν νά τά ἀρτύουμε μέ ἁλάτι, νά γίνονται φαγητό γλυκύτατο στόν Δεσπότη μας Χριστό.

Ἔτσι ἔχουμε τή δυνατότητα τήν ὠφέλεια τῆς προσευχῆς νά τήν ἔχουμε μόνιμη καί ἀναφαίρετη σέ ὅλη μας τή ζωή, ἀφιερώνοντας μέ αὐτό τόν τρόπο τόν περισσότερο χρόνο μας σ᾿ αὐτήν.

2. Ἡ προσευχή εἶναι φωτισμός ψυχῆς, ἀληθινή ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, μεσίτρια μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἰατρός τῶν παθῶν, ἀλεξιφάρμακον γιά τίς ἀρρώστιες, γαλήνη ψυχῆς, ὁδηγός γιά τόν οὐρανό, ἡ ὁποία δέν περιστρέφεται γύρω ἀπό τή γῆ, ἀλλά πορεύεται πρός αὐτή τήν ἴδια τήν ἁψίδα τῶν οὐρανῶν. Ὑπερπηδάει τά κτίσματα, διασχίζει νοερά τήν ἀτμόσφαιρα, πορεύεται πάνω ἀπό τόν ἀέρα, διαβαίνει ἀνάμεσα ἀπό τίς χορεῖες τῶν ἄστρων, ἀνοίγει τίς πύλες τῶν οὐρανῶν, ξεπερνᾶ τούς Ἀγγέλους, ὑπερβαίνει τούς Θρόνους καί τίς Κυριότητες, περνάει ἀνάμεσα ἀπό τά Χερουβίμ καί ἀφοῦ ἀνέβη πάνω ἀπό ὅλη τή κτιστή φύση, ἔρχεται πλησίον στήν ἀπρόσιτη Ἁγία Τριάδα. Ἐκεῖ προσκυνᾶ τή Θεότητα, ἐκεῖ καταξιώνεται νά γίνει σύντροφος μέ τόν οὐράνιο Βασιλιά.

Μέ τήν προσευχή ἡ ψυχή ὑψώνεται στούς οὐρανούς καί ἐναγκαλίζεται τόν Κύριο μέ ἄρρητους ἐναγκαλισμούς, ὅπως ἀκριβῶς τό νήπιο ἀγκαλιάζει τή μητέρα του, καί μέ δάκρυα φωνάζει δυνατά ἐπειδή ἐπιθυμεῖ νά ἀπολαύσει τό «θεῖο γάλα». Ἐκεῖ ἡ ψυχή καταθέτει τά αἰτήματά της καί λαμβάνει δωρεές ἀνώτερες, ἀπό καθετί κτιστό καί ἐγκόσμιο. Ἡ προσευχή εἶναι σεβαστός ἀντιπρόσωπός μας πρός τόν Θεό. Χαροποιεῖ τήν καρδιά, ἀναπαύει τήν ψυχή, γεννᾶ μέσα μας τό φόβο τῆς Κολάσεως, τήν ἐπιθυμία τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, διδάσκει τήν ταπεινοφροσύνη, παρέχει ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν μας, καί γενικά καταστολίζει τόν ἄνθρωπο μέ κάθε ἀγαθό· καί σάν νά εἶναι κάποιο πέπλο κοσμημένο μέ ὅλα τά εἴδη τῶν ἀρετῶν, περιτυλίγει τήν ψυχή.

Ἡ προσευχή χάρισε στήν Ἄννα τό Σαμουήλ (Α’ Βασ. 1,9 κ.ἑ.) καί τόν ἀνέδειξε προφήτη τοῦ Κυρίου.

Ἡ προσευχή ἔκανε τόν προφήτη Ἠλία ζηλωτή τοῦ Κυρίου καί αὐτή κατέβασε τό πῦρ τό οὐράνιο γιά τή θυσία. Διότι ἐνῶ οἱ ἱερεῖς τοῦ Βάαλ ἐπικαλοῦνταν ὅλη τήν ἡμέρα τό εἴδωλο, ὁ προφήτης Ἠλίας ὕψωσε τή φωνή του μέσα ἀπό τά βάθη τῆς καθαρῆς του καρδιᾶς καί δεήθηκε στόν Κύριο μέ ὅλη του τήν ψυχή· καί ἔτσι κατέβασε τό πῦρ ἀπό τόν οὐρανό ὡς ἀπόδειξη τῆς δίκαιης προσευχῆς του. Στάθηκε, πραγματικά, σάν ἀετός πάνω στό θυσιαστήριο καί μέ τόν ὁρμητικό χαρακτήρα του τά προσέφερε ὅλα ὡς θυσία. Καί τό ἔκανε αὐτό ὁ μέγας ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, ὁ ζηλωτής Ἠλίας, γιά νά μᾶς παιδαγωγήσει στήν πνευματική ζωή μ᾿ αὐτά πού συνέβηκαν τότε, ὥστε καί ἐμεῖς, φωνάζοντας δυνατά ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας στό Θεό, νά προκαλέσουμε τό ἀνέκφραστο πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά κατέλθει στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς μας καί ἔτσι νά προσφέρουμε τόν ἑαυτό μας θυσία ὁλόκληρη στό Θεό.

Μέ τήν προσευχή ὁ νομοθέτης Μωυσῆς καί ἐξιλέωσε τόν Ἰσραήλ πρός τόν Θεό καί νίκησε τούς ἐχθρούς τῶν Ἰσραηλιτῶν (πρβλ.Ἐξ. 17, 10-15). Μέ τήν προσευχή ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ τό μεγάλο καί πολύ λαμπερό ἀστέρι, τόν ἥλιο, πού βρισκόταν στή μέση τοῦ οὐρανοῦ, τόν ἔκανε νά παραμείνει στό ἴδιο σημεῖο μιά ὁλόκληρη ἡμέρα (πρβλ. Ἰησ. Ναυῆ 10, 12-16).

Ἔδωσε λοιπόν ὁ Κύριος τήν πρώτη θέση στήν προσευχή σέ σχέση μέ ὅλες τίς ἄλλες ἐντολές καί γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἴδιος ἔφευγε μακριά ἀπό τίς πόλεις καί τίς κωμοπόλεις καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μαθητές Του καί ἀποσυρόταν στίς ἐρήμους χάριν τῆς προσευχῆς (πρβλ. Λουκ. 5, 16), γιά νά συνομιλεῖ μέ τόν Πατέρα Του, μακριά ἀπό τούς θορύβους καί τούς περισπασμούς τῶν ἀνθρώπων, στήν ἡσυχία, μέ μεγάλο πόθο, διδάσκοντάς μας συγχρόνως ὅτι αὐτός ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται νά ζήσει τή χριστιανική πολιτεία πρέπει νά καταφεύγει σέ τόπους ἔρημους, ὥστε νά μπορεῖ ἐκεῖ ἀπερίσπαστα νά δοθεῖ στήν προσευχή.

Μέ τήν προσευχή καί ἡ ὁμήγυρη τῶν Ἀποστόλων καταξιώθηκε νά δεχθεῖ σήμερα τόν Παράκλητο (πρβλ. Πράξ. 2,4 κ.ἑ.), γεγονός πού μοῦ ἔδωσε ἀφορμή καί σᾶς μίλησα διεξοδικά γιά τήν προσευχή.

Ἡ προσευχή ἐνῶ βρίσκεται τό σῶμα στή γῆ, μεταφέρει τήν ψυχή στήν ἐπουράνια ἐκείνη πηγή καί ἀφοῦ τή γεμίσει μέ τό πηγαῖο ἐκεῖνο ὕδωρ, τήν καθιστᾶ πηγή ὕδατος, μέσα ἀπό τήν ὁποία ἀναβλύζει ζωή αἰώνια (πρβλ. Ἰωάν. 4,14). Ἡ προσευχή μᾶς δίνει πληροφορία γιά τά μέλλοντα καί ἐνισχύει τήν πίστη μας γιά νά γνωρίσουμε τά ἀγαθά πού μᾶς παρέχονται ἐκεῖ. Φανερώνει θησαυρούς ἀπόκρυφους, ἀόρατους, δισδιάκριτους.

Ἡ προσευχή σοῦ δείχνει τόν ἀντίπαλό σου. Διασχίζει τίς παρατάξεις τῶν ἐχθρῶν, ἐξαφανίζει τίς ἐνάντιες δυνάμεις καί ὁδηγεῖ στόν ἴδιο τό Βασιλέα. Ἀλλά ἐπειδή ὁμιλῶ γιά τήν ἔννοια τῆς προσευχῆς, μή νομίσεις ὅτι ἡ προσευχή εἶναι λόγια. Ἡ προσευχή εἶναι πόθος πρός τόν Θεό, ἀγάπη ἀνέκφραστη. Ἡ προσευχή δέν ἐπιτελεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἐνεργεῖται ἀπό τή θεία Χάρη, γιά τήν ὁποία ὁ Ἀπόστολος λέει:

Πράγματι, ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε πῶς νά προσευχηθοῦμε, ἀλλά αὐτό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο μεσιτεύει θερμά γιά μᾶς καί ἐμπνέει στίς καρδιές μας στεναγμούς κατανύξεως καί προσευχῆς πού δέν μποροῦν νά ἐκφραστοῦν μέ λόγια (Ρωμ. 8, 26). Αὐτήν τήν προσευχή, ἄν τήν χαρίσει σέ κάποιον ὁ Κύριος, εἶναι ἀναφαίρετος πλοῦτος καί οὐράνια τροφή πού χορταίνει τήν ψυχή. Καί ὅποιος γευθεῖ αὐτή τήν τροφή ἔχει ἀποκτήσει τόν αἰώνιο πόθο πρός τόν Κύριο, πού καίει στήν καρδιά του σάν ὁρμητική φωτιά.

Προσευχόμενος λοιπόν μέ αὐτόν τόν ὑποδειγματικό τρόπο, στόλιζε τόν οἶκό σου μέ ἐπιείκεια καί μέ ταπεινή καρδιά, καταλάμπρυνέ τον μέ τό φῶς τῆς δικαιοσύνης, μέ ἔργα ἀγαθά. Σάν νά εἶναι κάποια ἄριστη πλάκα ἡ προσευχή, στόλιζε μέ αὐτήν τόν οἶκό σου καί ἀντί γιά πολυτελή τείχη καί ψηφίδες, διακόσμησέ τον μέ τήν πίστη καί τή μακροθυμία.

Σέ ὅλα τήν προσευχή νά βάζεις ὡς ἐπιστέγασμα, ὅπως τοποθετεῖς τή σκεπή γιά νά τελειώσεις τήν οἰκία σου, ὥστε νά ἑτοιμάσεις τόν οἶκο τῆς ψυχῆς σου καί νά τόν κάνεις τέλειο γιά χάρη τοῦ Δεσπότη σου· καί νά ὑποδεχθεῖς τόν Κύριο σέ ἕνα βασιλικό καί περίοπτο οἶκο. Καί τότε πλέον στό ἑξῆς, μέ τή δική Του χάρη, θά Τόν ἔχεις σάν ἄγαλμα ἐγκατεστημένο μέσα στό ναό τῆς ψυχῆς σου.

Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Advertisements